Η σημερινή πόλη της Λεμεσού ήταν διάδοχος των τριών αρχαίων πόλεων, Αμαθούντος, Κουρίου και Νεαπόλεως, οι οποίες ανεπτύχθηκαν σε μικρή απόσταση η μια από την άλλη. Η σημερινή Λεμεσός είναι κτισμένη, για την ακρίβεια, ακριβώς στη θέση της Νεάπολης της οποίας αποτελεί άμεση συνέχεια. 

Και οι τρεις πόλεις υπήρξαν για αιώνες έδρες Επισκόπων. Το 1222μ.Χ. οι Φράγκοι κατακτητές κατήργησαν όλες τις Επισκοπές της Κύπρου πλην τεσσάρων: Αμμοχώστου, Λευκωσίας, Λεμεσού και Πάφου. Από το 1222 μέχρι την Τουρκική κατάκτηση του 1571, λοιπόν, μόνο Επισκοπή Λεμεσού υπήρχε, η οποία συμπεριελάμβανε και τις άλλες Επισκοπές Αμαθούντος και Κουρίου. Μετά την Τουρκική κατάκτηση και την αποκατάσταση της Εκκλησίας της Κύπρου, η Επισκοπή Λεμεσού συγχωνεύθηκε με την επανασύσταση της Επισκοπής Κιτίου στην οποία τελικά υπήχθη, και παρέμεινε έτσι μέχρι το 1973, οπότε η Ιερά Σύνοδος υπό τον Αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ', απανασύστησε την Επισκοπή Λεμεσού, αποσπώντας την πόλη και την επαρχία της Λεμεσού από τη Μητρόπολη Κιτίου.

Έτσι, από το 1973 η Λεμεσός επανήλθε στην προ του 1571 κατάσταση, με τη δική της ξεχωριστή Μητρόπολη, λύση απόλυτα ενδεδειγμένη, νοουμένου ότι είναι η δεύτερη μετά τη Λευκωσία μεγαλύτερη πόλη, με ραγδαία ανάπτυξη και πολυάνθρωπη ενδοχώρα. Ο Σημερινός Μητροπολίτης Λεμεσού είναι ο Λεμεσού Αθανάσιος με βοηθό Επίσκοπο τον Αμαθούντο Νικόλαο.  

Περισσότερα για την Ιστορία της Εκκλησίας της Λεμεσού μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο του Ιερομονάχου Σωφρονίου Γ. Μιχαηλίδη  Ιστορία της Εκκλησίας της Λεμεσού (Επισκοπή Αμαθούντος- Κουρίου- Νεαπόλεως- Λεμεσού). 

Η Εκκλησία της Κύπρου (Ελληνικά: Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, Εκκλησία της Κύπρου) είναι αυτοκέφαλη ελληνική εκκλησία εντός της Ορθόδοξης Χριστιανικής κοινωνίας. Είναι μία από τις παλαιότερες αυτοκέφαλες ανατολικές ορθόδοξες εκκλησίες, η οποία απέκτησε την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Αντιοχείας και Πάσης Ανατολής το 431. Ο επίσκοπος της αρχαίας πρωτεύουσας, Σαλαμίνας (μετονομάστηκε Κωνσταντία από τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄), διορίστηκε μητροπολίτης από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, με τον τίτλο του αρχιεπισκόπου.

Ο Απόστολος Παύλος, συνοδευόμενος από τον Βαρνάβα και τον Ευαγγελιστή Μάρκο (συγγενή του Βαρνάβα), ήρθε στην Κύπρο το 45 μ.Χ. για να διαδώσει τον Χριστιανισμό. Φτάνοντας στη Σαλαμίνα, ταξίδεψαν στην Πάφο, όπου ο Σέργιος Παύλος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αξιωματούχος που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Το 50 μ.Χ. ο Άγιος Βαρνάβας επέστρεψε στην Κύπρο συνοδευόμενος από τον Άγιο Μάρκο και εγκατέστησε τη βάση του στη Σαλαμίνα. Θεωρείται ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Μερικοί Χριστιανοί λένε ότι ο Βαρνάβας λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από τους Εβραίους στα περίχωρα της Σαλαμίνας, όπου και θάφτηκε.

Μερικοί από τους επισκόπους που βοήθησαν στη διάδοση του Χριστιανισμού στο νησί ήταν ο Λάζαρος, επίσκοπος Κιτίου, ο Ηρακλείδιος, επίσκοπος Ταμασού, ο Αυξίβιος, επίσκοπος Σόλων, και ο Θεόδοτος, επίσκοπος Κερύνειας.

Προς τα τέλη του 4ου αιώνα, ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε όλο το νησί. Κατά την περίοδο αυτή, Αρχιεπίσκοπος ήταν ο Άγιος Επιφάνιος. Η έδρα του ήταν στη Σαλαμίνα, η οποία μετονομάστηκε σε Κωνσταντία.